Γιάννης Καλατζόπουλος: «Γιαννάκης, το παιδί-θαύμα»
~ Το βιβλίο και μια συνέντευξη με τον Γιάννη ~
«Ένας αριστερός μεσήλικας
αφηγείται στη νεαρή μαθήτρια-ερωμένη του τις αναμνήσεις του από την εποχή κατά
την οποία ήταν το «παιδί-θαύμα» του ελληνικού κινηματογράφου. Ένας αλλόκοτος
Πρύτανης τον κατασκοπεύει αθέατος, προσπαθώντας να λύσει το αίνιγμα μιας
σκισμένης φωτογραφίας από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η Αλίντα Γιαβουκλάκη και
ο θείος ο χασίκλας, το παράνομο τυπογραφείο και η Σαπφώ Νοταρά, το Εφταμηνίτικο
και ο Σουηδέζος, τα ταλέντα του Οικονομίδη και το σνίτσελ βιενουά του Βασίλη
Αυλωνίτη, ο Κεφαλλονίτης που ζει μέσα στο μπαουλοντίβανο και το φαβορί των
εκατό μέτρων, που παρατάει την κούρσα για να κυνηγήσει πεταλούδες. . . Όνειρα
του παρελθόντος, θρύψαλα του παρόντος και εφιάλτες του μέλλοντος συνθέτουν ένα
«μυθ-υστέρημα» σχιζοφρένειας και προδοσίας, όπου όλα τα πραγματικά περιστατικά
λογοκρίνονται από τη φαντασία του συγγραφέα, ενώ τα φανταστικά γεγονότα
παρατίθενται αυτούσια.»
Απίστευτο; Αυτά είναι
γραμμένα στο οπισθόφυλλο του βιβλίου «Γιαννάκης, το παιδί-θαύμα». Οπότε μπορείτε να φανταστείτε τι θα
γίνεται μέσα…
Θέλετε να μιλήσουμε λίγο με
τον κύριο Καλατζόπουλο για να γνωριστούμε καλύτερα; Θα έχει ενδιαφέρον. Θα κάνω
τις ερωτήσεις για λογαριασμό σας. Και 3-2-1 πάμε:
Μ.Ρ: Γιάννη, τι σημαίνει να είσαι «το παιδί-θαύμα»; Πώς
επέδρασε αυτή η "ταμπέλα" στη διαμόρφωση του χαρακτήρα σου όταν ήσουν παιδί αλλά
και αργότερα στην εφηβεία σου και στα πρώτα επαγγελματικά σου βήματα στην ενήλικη
ζωή; Εκ των υστέρων, θεωρείς ότι αυτός ο χαρακτηρισμός σε βοήθησε να
πραγματοποιήσεις τα σημαντικότερα όνειρά σου ή μήπως έβαλε φρένο σε ορισμένα
από αυτά; Αν μπορούσες να γυρίσεις τον χρόνο πίσω, θα επέλεγες συνειδητά να
γίνεις «το παιδί-θαύμα»;
Γ.Κ.: Πρώτ’ απ’ όλα να πω πως το να είσαι παιδί, από
μόνο του είναι ένα θαύμα. Εδώ που τα λέμε, το να υπάρχεις είναι ένα θαύμα, αν
σκεφτούμε πως η ύπαρξή μας στη ζωή είναι μια πολύ τυχερή συγκυρία. Η ζωή είναι
ένα θαύμα. Αυτόν τον χαρακτηρισμό μου τον είχανε δώσει γιατί έπρεπε να είμαι κι
εγώ μέρος του star system εκείνης της εποχής που χρειαζόταν και τα
«παιδιά-θαύματα». Πριν από μένα ήταν ο Νίκος Πιλάβιος, μετά από μένα ο
Βασιλάκης Καΐλας και άλλοι. Δεν πιστεύω πως ήμουνα παιδί θαύμα. Νομίζω πως
ήμουνα ένα παιδί με κάποια κλίση προς το να εκφράζομαι. Την έννοια της
εκφραστικότητας την είχα πάρει από τους γονείς μου που δεν ήτανε άνθρωποι της
τέχνης αλλά τους άρεσε η τέχνη. Στο σπίτι που μεγαλώναμε, με Κεφαλλονίτισσα
μάνα, πατέρα ψάλτη και ερασιτέχνη σε χορωδίες, κι εγώ και η αδερφή μου είχαμε
από πολύ μικροί ένα περιβάλλον που μας ευνόησε. Δηλαδή δεν μας έσπρωξαν οι
γονείς μας, αλλά ούτε και μας εμπόδισαν.
Μας πρόσεχαν όμως. Θυμάμαι πως πολλές φορές κι εγώ και οι γονείς μου σκεφτήκαμε
μήπως να σταματήσω, μήπως μου κάνει κακό στην ψυχολογική μου ανάπτυξη, στο
σχολείο… Αλλά βλέποντας πως μπορώ να τα συνδυάζω, πήγαινα καλά στο σχολείο και
δεν καβάλησα ευτυχώς κανένα καλάμι, συνέχισα. Πρέπει να πω βέβαια πως
κινδύνεψα. Ήταν μια εποχή που δεν μπορούσα να περπατήσω στο δρόμο. Τότε δεν
υπήρχε τηλεόραση αλλά με ξέρανε από τις ταινίες
ή και απ’ το θέατρο, που ναι μεν ξεκίνησα από το θέατρο για παιδιά αλλά
πολύ γρήγορα σε πολύ μικρή ηλικία έπαιξα στο θέατρο των ενηλίκων και με πολύ καλούς
δασκάλους. Σε ηλικία δέκα χρονών έπαιξα με τον Μινωτή, την επόμενη χρονιά στο
Θέατρο Τέχνης με δάσκαλο τον Κουν. Μπήκα δηλαδή στην καλή πλευρά του
επαγγέλματος κι αυτό βοήθησε στο να μην πάρουν τα μυαλά μου αέρα. Τώρα, αν θα
το αποφάσιζα συνειδητά… Δεν ξέρω. Μερικές φορές θυμάμαι τον Γιάννη Φλερύ που
όταν με πρωτοσυνάντησε –παιδάκι, 5-6 χρονών στα παρασκήνια,
μου είπε «Αχ πουλάκι μου, να’ξερες σε τι ζούγκλα μπήκες…».
Μ.Ρ: Τι συμβουλή θα έδινες Γιάννη σε ένα παιδί που
εργάζεται σήμερα στην Τηλεόραση, στο Θέατρο, στον Κινηματογράφο αλλά και στους
γονείς του ή στους κηδεμόνες του;
Γ.Κ.: Θα του έλεγα αυτό που μου
είπε κάποτε ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, στον οποίο οφείλω την συνειδητή απόφαση να ασχοληθώ με το
θέατρο. Με φώναξε λοιπόν κάποτε (όταν ήμουνα «παιδί-θαύμα» κι έπαιζα στον θίασό
του, στον Γαλιλαίο του Μπρέχτ) με φώναξε στην πρόβα ιδιαιτέρως και με ρώτησε:
“Να σου πω Γιαννάκη, τι θέλεις να γίνεις: ηθοποιός ή σταρ;” Εγώ ήμουν μικρός
τότε, του απάντησα: “Δεν καταλαβαίνω ακριβώς τη διαφορά, θέλετε να μου
εξηγήσετε;” Μου εξήγησε: “Ο σταρ είναι κατοστάρης, ο ηθοποιός είναι
μαραθωνοδρόμος. Και πρέπει να το σκεφτείς αυτό καλά, γιατί έχεις ταλέντο αλλά
μπορεί να το κάψεις αν τη δεις αυτή την υπόθεση σαν αγώνα ταχύτητας”. Και
αλήθεια, η δουλειά του ηθοποιού είναι μια δουλειά που πρέπει να τη δεις σε βάθος
χρόνου, να αντέχεις, να περιμένεις, να
μην τα κάνεις όλα γρήγορα, να έρχονται στην ώρα τους τα πράγματα. Και να
μελετάς. Ο Διαμαντόπουλος επέμενε να πάω
στη δραματική σχολή, παρ’ όλο που θα μπορούσα και να μην πάω -όλοι οι θιασάρχες
με ήξεραν από παιδί, είχαμε παίξει μαζί και θα μ’ έπαιρναν στη δουλειά τους και
χωρίς πτυχίο σχολής. Αλλά ο Διαμαντόπουλος είπε όχι, θα πας στη σχολή, γιατί
ήθελε να με βάλει στη σωστή πορεία. Και του το χρωστάω αυτό. Και σήμερα κάνω κι
εγώ το διαχωρισμό: άλλο Ηθοποιός και άλλο σταρ. Και το λέω στους νεότερους.
Μ.Ρ: Στην παρουσίαση του βιβλίου σου αναφέρεσαι σε
«εφιάλτες του μέλλοντος». Ποιος φαντάζεσαι ότι θα ήταν ο χειρότερος
εφιάλτης του μέλλοντος; Το παρελθόν δεν αλλάζει, τουλάχιστον προς το παρόν,
γιατί με την τεχνολογία ποτέ δεν ξέρεις. Οπότε, ποια σφάλματα του παρόντος πιστεύεις
πως θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν σε ένα εφιαλτικό μέλλον; Και πώς θα
μπορούσαμε να αποτρέψουμε μια εν δυνάμει καταστροφή;
Γ.Κ.: Στις αρχές του 20ού αιώνα
και ιδιαίτερα μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο είχαμε μια τεράστια πνευματική
άνθιση στην Ευρώπη, σε όλους τους τομείς. Η ανθρωπότητα ένιωσε επιτακτικά την
ανάγκη ν' αλλάξει τον τρόπο της οργάνωσής της, να εξανθρωπιστεί θα έλεγα. Η
διάδοση των μαρξιστικών ιδεών, αλλά και η ταυτόχρονη εμφάνιση νέων οπτικών
(στην επιστήμη με τη θεωρία της σχετικότητας, στην τέχνη με τον μοντερνισμό,
στην ψυχολογία με τον Φρόυντ, στη φιλοσοφία με τις διάφορες εκφάνσεις του
υπαρξισμού κλπ) καλλιέργησαν ένα κοινό όραμα αλλαγής του κόσμου επί το
δικαιότερον και το συλλογικότερον. Η δημιουργία του πρώτου σοσιαλιστικού
κράτους στη Ρωσία το 1917 έθρεψε τις ελπίδες ότι αυτή η θαυμαστή
"ουτοπία" μπορεί και να είναι πραγματοποιήσιμη. Όμως τα συμφέροντα
που διακυβεύονταν ήταν μεγάλα και ισχυρά. Και δεν έμειναν με σταυρωμένα χέρια.
Αξιοποίησαν τις νέες ιδέες και επιτεύξεις προς όφελός τους. Αξιοποίησαν επίσης
και τις αδυναμίες της άλλης πλευράς. Στον τομέα της τέχνης, εξέτρεψαν τον
επαναστατικό μοντερνισμό στον στείρο και άκρως συντηρητικό «μετα-μοντερνισμό»
που ζούμε σήμερα. Στην φιλοσοφία, την ΑΝΘΡΩΠΟ-κεντρική ουσία του υπαρξισμού την
εκφύλισαν στο ΑΤΟΜΟ-κεντρικό μοντέλο που επέβαλαν μέσω της τηλεόρασης, του
λάιφ-στάιλ και του ανταγωνιστικού εκπαιδευτικού συστήματος. Στην οικονομία και
την πολιτική έφεραν τα πάνω, κάτω: Αντί να σχεδιάζουν οι πολιτικοί και να
«εφαρμόζουν», να υλοποιούν οι οικονομολόγοι, γίνεται το ακριβώς αντίθετο: οι
πολιτικοί σήμερα παγκοσμίως είναι υπάλληλοι των τραπεζιτών και των τεχνοκρατών.
Ζούμε στον καταιγιστικό ρυθμό καθημερινών και φανταχτερών αλλαγών στα κινητά
μας, στα λάπτοπ, στα μαλλιά, στα νύχια και στα παπούτσια μας και δεν
προλαβαίνουμε ν' ασχοληθούμε με την αλλαγή του εαυτού μας -και του
Κόσμου. Αν συνεχίσουμε έτσι, φοβάμαι ότι η καταστροφή που μας περιμένει σαν
είδος πάνω στη Γη, δε θα μοιάζει με καμιά προηγούμενη.
Μ.Ρ: Πιστεύεις Γιάννη πως στην εποχή μας ίσως έχουν
γίνει θρύψαλα τα "όνειρα του παρελθόντος", όπως αναφέρεις κάπου στο οπισθόφυλλο του
βιβλίου σου; Άραγε έχει μείνει κάποια ρίζα από το δέντρο της ελπίδας ζωντανή;
Σε τι θα μπορούσαμε λες να επενδύσουμε σήμερα, ώστε να ζήσουμε αύριο μια
ουσιαστική ζωή γεμάτη νόημα για όλους;
Γ.Κ.: Διατηρώ ακόμα μια μικρή
ελπίδα ότι στο παραπέντε που βρισκόμαστε, κάτι θα γίνει: Ο Άνθρωπος θα αναγκαστεί
να επαν-εφεύρει την Ανθρωπιά του, να δώσει προτεραιότητα στην πνευματική του
εξέλιξη και πρόοδο, που η μονόπλευρη τεχνολογική ανάπτυξη και η θεοποίηση του
χρήματος τον έκαναν να τα παραμελήσει εγκληματικά. Ναι, πιστεύω ότι αν ζούσαν
σήμερα ο Μαρξ και ο Έγκελς θα προσάρμοζαν στις σημερινές συνθήκες το σύνθημά
τους και θα έλεγαν «Προλετάριοι όλου του κόσμου, μορφωθείτε».
Μ.Ρ: Τελικά, ποια είναι η αξία και η δύναμη της
φαντασίας στη ζωή των ανθρώπων;
Γ.Κ.: Η φαντασία, το όνειρο, το
παραμύθι αν θέλεις, είναι πρωταρχικής σημασίας. Και καμιά από τις εκπληκτικές
κατακτήσεις της Ανθρωπότητας, από τον τροχό και τη φωτιά μέχρι την ατομική
ενέργεια και τα μικροτσίπ δεν θα υπήρχαν, αν πριν τα φτιάξουμε δεν τα είχαμε
φανταστεί. Το θέμα είναι να συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε, και κυρίως, να
προσπαθούμε να υλοποιήσουμε τα όνειρά μας.
Μ.Ρ: Γιάννη, σε ευχαριστώ πολύ για τον πολύτιμο
χρόνο που αφιέρωσες για αυτή τη συνέντευξη. Ξέρω πόσο πολυάσχολος είσαι με όλες
αυτές τις υπέροχες παραστάσεις, τις εκδηλώσεις και τα ταξίδια που κάνεις. Μακάρι τα βιβλία σου, και αυτό και τα άλλα, όπως και οι παραστάσεις σου να συνεχίσουν να ταξιδεύουν και να γεμίζουν τον κόσμο με συναρπαστικές ιδέες και χαρά! Και να παραμείνεις ένα φωτεινό πρότυπο για μικρά και μεγάλα παιδιά. Ωραία ιδέα μου φαίνεται αυτό το «προλετάριοι όλου του κόσμου, μορφωθείτε» που είπες. Αυτή θα ήταν μια ειρηνική επανάσταση με πολλές πιθανότητες επιτυχίας.
Μαριλίζ
Αθήνα 1/3/2018
Αναζητήστε το μυθιστόρημα
«Γιαννάκης, το παιδί-θαύμα» του Γιάννη Καλατζόπουλου στο βιβλιοπωλείο της
γειτονιάς σας όπου μπορείτε να το παραγγείλετε εάν δεν το έχουν. Αλλά θα το
βρείτε σίγουρα στα κεντρικά του Καστανιώτη, στην Πολιτεία, στον Ιανό και στις
ηλεκτρονικές πλατφόρμες τους.
Αλήθεια, γνωρίζετε το
εύρος της καλλιτεχνικής δραστηριότητας του Γιάννη Καλατζόπουλου; Αν όχι, διαβάστε
παρακάτω.
![]() |
Φωτογραφία: Γ. Χρυσοχοΐδης
|
Γιάννης Καλατζόπουλος
Σκηνοθέτης, ηθοποιός,
συγγραφέας
Ο Γιάννης Καλατζόπουλος
γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Από μικρός στον κινηματογράφο, στο θέατρο για
παιδιά και στο ραδιόφωνο, έγινε γνωστός ως «παιδί-θαύμα». Στο θέατρο των ενηλίκων
έπαιξε σημαντικούς ρόλους παιδιών, με δασκάλους και σκηνοθέτες τον Αλέξη
Μινωτή, τον Κάρολο Κουν, τον Βασίλη Διαμαντόπουλο και τον Ντίνο Δημόπουλο την
Κα Κατερίνα κ.ά.
Φοίτησε στη Δραματική
Σχολή ως εξαιρετικό ταλέντο, παράλληλα με το Γυμνάσιο, με δασκάλους τον Γρηγόρη
Βαφιά, τον Κώστα Μπάκα, την Ελένη Ζαφειρίου, τη Βέρα Ζαβιτσιάνου, τον Λάμπρο
Κωστόπουλο, τον Δημήτρη Κωνσταντινίδη και τον Κωστή Μεραναίο. Σπουδές: Πάντειο
Πανεπιστήμιο (1973), Νομική Αθηνών (1976), Σκηνοθεσία θεάτρου στην Accademia
Nazionale d’ Arte Drammatica της Ρώμης (1985-1987).
Ως επαγγελματίας ηθοποιός
έπαιξε πρώτους και δεύτερους ρόλους στο θίασο Μυράτ-Ζουμπουλάκη, στο Ελληνικό
Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη, στο θίασο Έλλης Λαμπέτη, στο Εθνικό Θέατρο, στο
ΚΘΒΕ, στο Θέατρο Στοά, στη Θεατρική Σκηνή, στα ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων, Κέρκυρας και
Κρήτης, Λάρισας και Βέροιας, στο θίασο του Γ. Κιμούλη και σε πολλούς
συνεταιρικούς θιάσους και ομάδες (Θέατρο του Λαού, Ελεύθεροι Καλλιτέχνες,
Θέατρο της Νιότης, Θέατρο του Δρόμου, Ομάδα Σύγχρονης Τέχνης κ.ά.). Έχει
σκηνοθετήσει πάνω από εξήντα θεατρικές παραστάσεις για ενήλικες και παιδιά στο
Εθνικό Θέατρο, στο ΚΘΒΕ, στα ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων, Κομοτηνής, Κέρκυρας και Κρήτης,
καθώς και σε πολλούς ιδιωτικούς ή συνεταιρικούς θιάσους.
Από το 1982 διευθύνει την
Ομάδα Σύγχρονης Τέχνης, στο πλαίσιο της οποίας λειτούργησε μέχρι πρόσφατα και η
Παιδική Αυλαία. Διετέλεσε πρόεδρος του ΣΕΗ (1990-92), διευθυντής στο Παιδικό
Στέκι του Εθνικού Θεάτρου (2004), πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Θεάτρου για τα
Παιδιά και τους Νέους και της Eπιτροπής του ΥΠΠΟ για τα Kρατικά Bραβεία
παιδικού θεατρικού έργου.
Έχει διασκευάσει και
ανεβάσει για το παιδικό κοινό έργα του Αριστοφάνη, του Σαίξπηρ, του Μολιέρου,
του Ίψεν, του Λόρκα κ.ά.
Έχει εκδώσει από τις
Εκδόσεις Καστανιώτη:
Γιαννάκης, το παιδί-θαύμα
(μυθιστόρημα) (2006)
Αριστοφάνης: Όρνιθες. Ειρήνη. Βάτραχοι (Ελεύθερη διασκευή των έργων και οδηγίες για σχολικές παραστάσεις) (2008)
Τα ρούχα του βασιλιά
(θέατρο) (1987)
Συμμετοχή σε συλλογικά
έργα:
Διασκευές έργων του
Σαίξπηρ για παιδιά και νέους, Σχολή Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου [εισήγηση] (2006)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου